Serendipity [Σερεντίπιτυ] είναι, σύμφωνα με το The Concise Oxford Dictionary – 9th EDITION, «H ευχέρεια να κάνεις ευτυχείς και απρόσμενες ανακαλύψεις από σύμπτωση» ή, όπως αναφέρει το Merriam – Webster Dictionary, «Tο χάρισμα να βρίσκεις πολύτιμα ή ευχάριστα πράγματα που δεν έψαχνες». Και τα δύο λεξικά, αναφέρουν ότι η λέξη αποθησαυρίστηκε, στην αγγλική γλώσσα, από τον Oράτιο Γουόλπολ το 1754.


Ο Horace Walpole (1717–1797), σε ένα γράμμα που έστειλε σε κάποιο φίλο του στις 28/01/1754, αναφέρεται σε ένα παραμύθι που διάβασε. Το παραμύθι αυτό, όπως λέει ο Οράτιος στο γράμμα του, γράφτηκε στην Κεϋλάνη τον 5ο μ.Χ. αιώνα με τον τίτλο: «The three Princes of Serendip». Mεταξύ άλλων γράφει: «Οι τρεις πρίγκιπες από το Σερεντίπ ταξιδεύοντας ανακάλυπταν συνέχεια από σύμπτωση πράγματα που δεν είχαν αναζητήσει...».
«Σερεντίπ» είναι το αρχαίο όνομα της Κεϋλάνης, η οποία από το 1972 ονομάζεται Σρι-Λάνκα.



ΠΗΓΗ: http://www.paramithas.gr/

«Η ΜΟΝΗ ΑΛΗΘΕΙΑ»

Από τον κύκλο τραγουδιών*
«Μικρή πατρίδα» (1996)
των Γ. Ανδρέου Π. Καρασούλου

Βασικοί ερμηνευτές:
Παντελής Θεοχαρίδης
Μόρφω Τσαϊρέλη

Από ένα τραγούδι ερμηνεύουν:
Ελένη Τσαλιγοπούλου,
Γιώργος Νταλάρας
Αλκίνοος Ιωαννίδης


Τ' αστέρια, που μετρήσαμε να πέφτουνε στη γη,
είναι οι μύθοι που είδαμε να σβήνουν στο σκοτάδι.
Χρόνια πορείες παράλληλες, που ζήσαμε μαζί
σαν στρατιωτάκια, τα 'στησε η νύχτα στο σημάδι.

Όλα αλλιώς περπάτησαν, ποιος να το φανταστεί;
Δίχως σενάριο τελικά το έργο αυτού του κόσμου.
Κι όσοι σκηνοθετήσαμε μιαν άλλη του εκδοχή,
ο χρόνος μας παράτησε στα απόμερα του δρόμου.

Η μόνη αλήθεια, που ένοιωσα ν' αντέχει στη βροχή,
αυτή η φιλία, που άπλωσε και γέμισε τα χρόνια.
Αυτός ο μύθος, που έντυσε των δυο μας τη ζωή
σαν άνοιξη, που σώσαμε στον πιο βαρύ χειμώνα.
(δις)

Σ' ένα ταξίδι αδιάκοπο ο κόσμος προχωρά,
σαν καραβάνια τα όνειρα την έρημο διασχίζουν.
Αδύναμα κι ευάλωτα, στου χρόνου τη φθορά,
μόνο τα αισθήματα μπορούν βυθούς να καθρεφτίζουν.

Η μόνη αλήθεια, που ένοιωσα ν' αντέχει στη βροχή,
αυτή η φιλία, που άπλωσε και γέμισε τα χρόνια.
Αυτός ο μύθος, που έντυσε των δυο μας τη ζωή
σαν άνοιξη, που σώσαμε στον πιο βαρύ χειμώνα.
(δις)

*"Για την ιστορία..."(click it)



30 χρόνια Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

«Η ιδέα της ευρωπαϊκής ενοποίησης δεν εμφανίστηκε για πρώτη φορά μετά τη λήξη του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Είχε διατυπωθεί ήδη από τον 19ο αιώνα, ενώ κέρδισε πολλούς οπαδούς μετά το τέλος του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου. Καταλυτική επίδραση στην υλοποίηση του οράματος της ευρωπαϊκής ενοποίησης, έστω και στο δυτικό τμήμα της ηπείρου, άσκησε ο καταστροφικός για την Ευρώπη πόλεμος του 1939-1945 και κυρίως η διάλυση των αποικιακών αυτοκρατοριών κατά τη διαδικασία της αποαποικιοποίησης. Τα ευρωπαϊκά κράτη έπρεπε να ενωθούν για να καταστήσουν τα προϊόντα τους πιο ανταγωνιστικά και τη φωνή τους πιο ισχυρή σε έναν κόσμο όπου κυριαρχούσαν οι δύο υπερδυνάμεις. Πρόδρομος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και, από το 1991, της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπήρξε η Ευρωπαϊκή Κοινοπραξία Άνθρακα και Χάλυβα, η οποία ιδρύθηκε το 1951 από τη Γαλλία, τη Δυτική Γερμανία, την Ιταλία και τις χώρες της Μπενελούξ, δηλαδή της τελωνειακής ένωσης που είχαν συγκροτήσει το 1948 το Βέλγιο, οι Κάτω Χώρες(Ολλανδία) και το Λουξεμβούργο. Η ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΟΚ) το 1957 στη Ρώμη έθεσε τις βάσεις για μια στενή οικονομική συνεργασία των χωρών της Δυτικής Ευρώπης και σημείωνε την ανάγκη της υπέρβασης των εθνικών ορίων των επιμέρους κρατών για την προώθηση οικονομικών ζητημάτων κοινού ενδιαφέροντος. Εκτός από την οικονομική σημασία της, η απόφαση των έξι ευρωπαϊκών χωρών (Γαλλίας, Ιταλίας, Δυτικής Γερμανίας, Βελγίου, Κάτω Χωρών και Λουξεμβούργου) να συνεργαστούν στενά εκχωρώντας ορισμένες εθνικές αρμοδιότητες τους σε υπερεθνικά κοινοτικά όργανα εξέφραζε την ακλόνητη πεποίθηση ότι δε θα διεξαγόταν πια πόλεμος στην Ευρώπη. Το 1972 προσχώρησαν στην ΕΟΚ το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ιρλανδία και η Δανία.
Η θέσπιση του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος και η εκλογή του πρώτου Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου το 1979 αποτέλεσαν ορόσημα στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Η ΕΟΚ διευρύνθηκε το 1981 με την ένταξη της Ελλάδας ως δέκατου μέλους…»1



1. Κ. Ράπτης, Γενική Iστορία της Ευρώπης κατά τον 19ο και 20ο αιώνα, εκδ. ΕΑΠ, ΠΑΤΡΑ 1999, σ. 240.






«Pasta pasture: Το κάρο από λαζάνια, τα χωράφια από ζυμαρικά, το τοιχάκι από κουκουνάρια, τα σύννεφα από μοτσαρέλα και τα σπιτάκια από παρμεζάνα συνθέτουν ένα πολύ όμορφο ιταλικό πιάτο...εεεε... τοπίο!»


Τη φωτογραφία και τη λεζάντα αυτολεξί,
αντέγραψα από εδώ.(click it)





«Το πορτραίτο του Ντόριαν Γκραίυ»



Ο Όσκαρ Ουάιλντ, κορυφαίος «αισθητής», έγραψε το μυθιστόρημα «Το πορτραίτο του Ντόριαν Γκραίυ», το μοναδικό μυθιστόρημα του, ανταποκρινόμενος σε μία πρόσκληση – πρόκληση. Πρόκειται για ένα έργο πολύπλευρο που δέχτηκε πολλές κριτικές, αρνητικές κυρίως. Ο ίδιος ο συγγραφέας, σε μια επιστολή του, αναφέρει ότι το βιβλίο περιέχει μεγάλη δόση από το εαυτό του «Ο Μπάζιλ Χόλγωρντ είναι ό,τι νομίζω εγώ ότι είμαι. Ο Λόρδος Χένρυ αυτό που νομίζει ο κόσμος για μένα. Ο Ντόριαν ό,τι θα ήθελα να είμαι – σε άλλους καιρούς, ίσως.»

Μπάζιλ Χόλγωρντ, ο ζωγράφος και δημιουργός του πορτραίτου. Περιγράφοντάς τον ο φίλος του, Λόρδος Χένρυ λέει: «Ο Μπάζιλ ήταν αγαπητός στους πάντες […] Δεν ήταν αρκετά ευφυής για να έχει εχθρούς. Είχε […] θαυμάσιο χάρισμα στη ζωγραφική. […] ήταν υπερβολικά ανιαρός». Ένας χαρακτήρας «άτονος», αντιφατικός, αινιγματικός, ρομαντικός εν μέρει. Απεχθάνεται το ρεαλισμό και είναι κατά βάση αντικοινωνικός. Μακαρίζει όσους δεν ξεχωρίζουν, όσους δεν ευνοήθηκαν με κάποιο ιδιαίτερο χάρισμα, όσους βλέπουν τη ζωή σαν θεατές. Πιστεύει ότι η τέχνη είναι τα πάντα. Ζει μέσα από την τέχνη του και κατά έναν τρόπο πεθαίνει από αυτήν.

Λόρδος Χένρυ Ουώττον ο «απίθανος» φίλος του ζωγράφου. Χαρακτήρας εκκεντρικός, ιδιόμορφος, αλαζών. Αντιμετωπίζει τη ζωή με ιδιαίτερη κυνικότητα. Υποστηρίζει την άποψη ότι στη ζωή πρέπει κάποιος να κρίνει από τα φαινόμενα. Το ίδιο επιφανειακά αντιλαμβάνεται και την τέχνη. Την θεωρεί αυθύπαρκτη και πιστεύει ότι ένα έργο τέχνης, σε οποιαδήποτε μορφή της, πρέπει να κρίνεται ανάλογα με το πως και πόσο ικανοποιεί τις αισθήσεις. Για το Λόρδο Χένρυ Ουώττον η ζωή, για να είναι ιδανική, πρέπει να αντιγράφει την τέχνη. Να είναι η ίδια ένα έργο τέχνης.

Ντόριαν Γκραίυ ο χαρακτήρας «καρικατούρα» του μυθιστορήματος. Εμπνέει το ζωγράφο Μπάζιλ Χόλγωρντ και «μαγεύει» το Λόρδο Χένρυ Ουώττον. Η γνωριμία μαζί του θα είναι μοιραία γι αυτόν. Τα λόγια του Λόρδου Χένρυ επιδρούν μέσα του καταλυτικά. Συνειδητοποιεί, για πρώτη φορά, τη δύναμη της ομορφιάς του. Τη χαρά της «αποκάλυψης» διαδέχεται η θλίψη. Θλίψη για τον επερχόμενο μαρασμό της νιότης του. Για τη φθορά που θα επέφερε στην ομορφιά του, η ζωή και ο χρόνος. Αισθάνεται ζήλεια για το πορτραίτο που θα μείνει πάντα όμορφο, τη στιγμή που ο ίδιος θα γερνάει και εύχεται να μπορούσε η «μοίρα» να αντιστραφεί.
Ο χρόνος κυλά και έρχεται το πρώτο «ίχνος σκληρότητας», πάνω στο πορτραίτο να καταδείξει ότι η ευχή του Ντόριαν είχε πραγματοποιηθεί. Το πορτραίτο ήταν πλέον το «ορατό έμβλημα της συνείδησης του» και η ομορφιά του, θα μεταμορφωνόταν σε κάθε δικό του παράπτωμα. Απολαμβάνει το γεγονός ότι το βάρος των δικών του πράξεων θα φέρει πλέον το πορτραίτο και αποφασίζει να το εκμεταλλευτεί για να γευτεί κάθε ηδονή, κάθε χαρά, κάθε αμαρτία χωρίς όρια και κυρίως, χωρίς κόστος. Από το σημείο αυτό αρχίζει η «παρακμή». Το πορτραίτο, που είχε γίνει η συνείδηση του, απεικονίζει, τώρα, όλη τη φρίκη της ψυχής του. Η σχέση αυτή, που δημιουργήθηκε με την εκπλήρωση μιας ευχής, δεν μπορούσε να αλλάξει με μια άλλη ευχή. Η σχέση αυτή μπορούσε να αλλάξει μόνο αν «σκότωνε» το παρελθόν που τον βάραινε. Αν κατέστρεφε τη «συνείδηση» του.


Απόσπασμα (πολύ μικρό) από την 3η εργασία μου στο μάθημα "Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας" (ΕΠΟ21 - ΕΑΠ 2008-2009).




Ο Γκαουντί (Gaudí) της πόλης.

SAGRADA FAMILIA: Aποτελεί, για πολλούς, το σύμβολο της Βαρκελώνης, ενώ για άλλους ένα ακόμη μνημειώδες έργο του Antoni Gaudi. O γιγαντιαίος, γοτθικού ρυθμού, καθεδρικός ναός της εξιλέωσης και της αγίας οικογένειας, δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Ερευνητές υπολογίζουν ότι θα έχει ολοκληρωθεί έως το 2022, ενώ δεν είναι λίγοι αυτοί που υποστηρίζουν ότι δεν πρόκειται να ολοκληρωθεί ποτέ. Το βέβαιο είναι πως ο Gaudi δεν κατάφερε να δει το τελευταίο του έργο, όπως το οραματίστηκε. Στη σημερινή της μορφή περιλαμβάνει δύο ολοκληρωμένες προσόψεις, της γεννήσεως και των παθών, με τέσσερις πύργους στην καθεμία που μοιάζουν να αγγίζουν τον ουρανό. Η μεγαλοφυΐα του Gaudi είναι αισθητή στον πλούσιο διάκοσμο των κορυφών των πύργων, σημείο που, στην εποχή του, ελάχιστοι μπορούσαν να παρατηρήσουν. Όταν τον ρώτησαν προς τι όλος αυτός ο διάκοσμος, αφού μόνον ο ίδιος και οι εργάτες που τον κατασκεύαζαν μπορούσαν ουσιαστικά να τον θαυμάσουν απάντησε: "για να τον βλέπουν οι άγγελοι".
CASA BATTLO: Οι κολώνες που μοιάζουν με πόδια γιγάντιου ελέφαντα, είναι το πρώτο πράγμα που αντικρίζει ο διαβάτης. Η οροφή περιβάλλεται από μια πριονωτή γραμμή όμοια με ραχοκοκαλιά δεινόσαυρου. Η πρόσοψη, σε διάφορους χρωματισμούς, με μικρά, κομψά μπαλκόνια που "κρέμονται" σα φωλιές πουλιών. Ενώ οι στρογγυλεμένοι τοίχοι δίνουν την αίσθηση του λείου δέρματος κάποιου θαλάσσιου ερπετού.
CASA MILA: Λατομείο (La pedrera) το ονόμασε κάποιος περιπατητής, έκπληκτος στη θέα του εξαίρετου αυτού κτίσματος. Η κυματιστή πρόσοψη θυμίζει τις πτυχές που σχηματίζονται από τον άνεμο πάνω στην ψιλή άμμο της θάλασσας. Η Casa Mila είναι το τελευταίο κοσμικό έργο του Gaudí, πριν αφοσιωθεί αποκλειστικά στην Sagrada Familia και συγκεντρώνει όλα τα στοιχεία της τέχνης για τα οποία είναι γνωστός.


Η "πόλη" του Γκαουντί (Gaudí).


Προοριζόταν για θέρετρο των εύπορων κατοίκων της πόλης και η κατασκευή του, ανατέθηκε στoν Gaudí, από τον Guell. Σήμερα ανήκει στο δήμο της Βαρκελώνης και είναι δημόσιο πάρκο. Περιλαμβάνει ένα πυκνό δάσος από πεύκα, υπέροχα μονοπάτια τα οποία οριοθετούνται από φοίνικες και αρκετά κτίσματα. Από τα πιο εντυπωσιακά σημεία του, η πέτρινη είσοδος, ένας διάδρομος με 84 κεκλιμένες κολώνες, ο χρωματιστός εξώστης που ελίσσεται κατά μήκος της πλατείας σα γιγάντιο φίδι, καθώς και η διακόσμηση από θρυμματισμένα κεραμικά, που σχηματίζουν μωσαϊκά με φανταστικές παραστάσεις. Μέσα στο Parc Guell βρίσκεται και το Casa Museu Gaudi, ένα σπίτι στο οποίο ο Gaudi έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του και είναι γεμάτο από προσωπικά του αντικείμενα και οικιακά είδη που κατασκεύασε ο ίδιος.


Η Γοτθική γειτονιά (Barri Gotic).


Μια συνοικία από κτίρια γοτθικής αρχιτεκτονικής, στενά σοκάκια και πολλές πλατείες στις οποίες συχνάζουν πλανόδιοι μουσικοί και μποέμ χαρακτήρες, που καθημερινά αναβιώνουν την ατμόσφαιρα της fiesta y siesta.


Ο καθεδρικός ναός στη Γοτθική γειτονιά.
(Cathedral de la Santa Creu i Santa Eulalia)


H ανέγερση του άρχισε το 13ο αιώνα και τελείωσε το 19ο, για να αντικαταστήσει την παλαιοχριστιανική βασιλική του 4ου - 5ου αιώνα που καταστράφηκε από τους Φράγκους τον 9ο αιώνα. Το εσωτερικό του ναού, με τις τρεις πτέρυγες και τις λεπτές κολόνες που στηρίζουν το κεντρικό κλίτος του, είναι καταλανικού, γοτθικού ρυθμού ιδιαίτερης μεγαλοπρέπειας. Έργα τέχνης, μεγάλης αξίας, βρίσκονται διασκορπισμένα στα παρεκκλήσια του ναού.


Το Μουσείο Πικάσο (Museu Picasso).


Βρίσκεται στην παλιά πόλη και στεγάζεται σε τρία παλάτια του 13ου αιώνα. Πολλές εκατοντάδες έργα επιτρέπουν στον επισκέπτη να παρακολουθήσει την καλλιτεχνική εξέλιξη του ζωγράφου, από την παιδική του ηλικία μέχρι τη δεύτερη διαμονή του στη Βαρκελώνη.


Το Εθνικό Μουσείο Τέχνης της Καταλονίας MNAC.
(Museo Nacional de Arte de Catalunya)


Στο πνεύμα μιας πόλης φημισμένης για την αρχιτεκτονική της, το κτίριο του Εθνικού Μουσείου Τέχνης της Καταλονίας είναι από μόνο του ένα Έργο Τέχνης και τα εκθέματα του, αποτελούν μια ολοκληρωμένη ματιά στην ιστορία της καταλανικής τέχνης, από τη Ρωμανική περίοδο μέχρι τα μέσα του εικοστού αιώνα. Δεν έλκει, όμως, μόνον τους εραστές της Τέχνης αλλά όλους τους επισκέπτες, αφού προσφέρει την πιο συναρπαστική θέα της Βαρκελώνης.


To Ισπανικό χωριό (Poble Espanyol).


Μιά πόλη, μέσα στην πόλη που συγκεντρώνει τα ιδιαίτερα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά όλων των περιοχών της Ισπανίας. Με σπίτια, καταστήματα και φάμπρικες, κατασκευάστηκε στους πρόποδες του Montjuic, το 1929, για τις ανάγκες διεθνούς έκθεσης από τους διάσημους αρχιτέκτονες Francesc Folguera και Ramon Reventos. Εκεί φιλοξενούνται δύο σημαντικές εκθέσεις, των λαϊκών τεχνών και της παραδοσιακής βιομηχανίας καθώς και μια έκθεση γραφικών τεχνών.



Figueres.
(Βόρεια της Βαρκελώνης)


DALIcious!(click it)



Amigos para siempre (φίλοι για πάντα),
από την τελετή λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων
της Βαρκελώνης (1992).




myspace glitters


*
ADAEUS
*
AKRAT
*
ANNA-SILIA
*
ARTANIS
*
BUTTERFLY
*
DEMETRAT
*
DESILLUSION
*
DINOSMAS
*
IRLANDOS
*
ISLAND
*
JK o SKPOYTZAKOS
*
LUTHIEN
*
MARY_ANNE
*
RITSMAS
*
ROADARTIST
*
SENIORITA
*
SOTIRIS K.
*
TZONAKOS
*
VENCEREMOS
*
ΑΓΡΥΠΝΟΣ *ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ
*
ΑΝΟΜΟΛΟΓΗΤΑ
*
ΑΠΟ ΜΙΚΡΟ ΚΙ ΑΠΟ ΤΡΕΛΟ...
*
ΑΡΜΑ ΘΕΣΠΙΔΟΣ
*
ΕΡΑΤΩ
*
ΖΑΦΟΡΑ
*
Η ΤΑΞΙΤΖΟΥ
*
ΚΟΙΤΑ ΝΑ ΔΕΙΣ...
*
ΚΟΥΚΟΣ (μονος)
*
ΛΙΑ
*
ΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΛΩΡΗΣ
*
ΜΕ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΑΓΚΑΛΙΑ
*
ΜΗΘΥΜΝΑΙΟΣ
*
ΜΠΑΛΟΣ
*
ΝΑΤΑΣΣΑΚΙ
*
ΝΕΡΑΪΔΑ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ
*
ΞΑΝΘΙΑ
*
ΞΥΠΟΛΗΤΗ
*
Ο ΑΛΛΟΣ ΡΕ...
*
Ο ΚΗΠΟΣ ΤΟΥ ΤΗΕΟ
*
ΟΛΙΓΥΡΤΟΣ
*
ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ
*
ΣΟΦΙΑ
*
ΣΠΙΘΑΣ
*
ΦΥΡΔΗΝ-ΜΙΓΔΗΝ
*
ΦΩΤΕΙΝΗ
Το χρόνο που μας πέρασε
σας γνώρισα γι αυτό,

νομίζω του χρωστάω
ένα ευχαριστώ!



myspace glitters



Να φέρει ευτυχία
κι αγάπη το εννιά!
Για όλους σας να είναι
μία Καλή Χρονιά!



myspace glitters





Καλό Χειμώνα... (click it)




ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ:


1. Δεκέμβριος, Χριστού γέννηση και καλός μας Χρόνος.

2. Το τραγούδι με τον τρύγο, το Δεκέμβρη παραμύθι.

3. Χιόνι του Δεκεμβριού, χρυσάφι του καλοκαιριού.

4. Να 'ναι Χριστούγεννα στεγνά, τα Φώτα χιονισμένα,χαρά σ' εκείνο το γεωργό, πού 'χει πολλά σπαρμένα.

5. Να 'ναι Χριστούγεννα στεγνά, τα Φώτα χιονισμένα,και τα Λαμπρά βρεχούμενα, αμπάρια γιομισμένα.

6. Αγιά Βαρβάρα μίλησε κι ο Σάββας απεκρίθη:- Μαζέψτε ξύλα κι άχυρα και σύρτε και στο μύλο, γιατί Άι - Νικόλας έρχεται στα χιόνια φορτωμένος.


ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ:


1. Χιόνισ' έβρεξ' ο Γενάρης; oλ' οι μύλοι μας θ' αλέθουν.

2. Χιόνι πέφτει το Γενάρη, χαρές θα 'ν' τον Αλωνάρη.

3. Του Γενάρη το φεγγάρι ήλιος της ημέρας μοιάζει.

4. Χαρά στα Φώτα τα στεγνά και τη Λαμπρή βρεμένη.


ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ:


1. Ο Φλεβάρης με νερό, κουτσός μπαίνει στο χορό.

2. Ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει, καλοκαίρι θα μυρίσει.

3. Ο Φλεβάρης κι αν χιονίσει, πάλι άνοιξη θ' ανθίσει.

4. Ο Φλεβάρης κι αν φλεβίζει, πάλι ή άνοιξη μυρίζει μα κι αν τύχη να θυμώσει, μες στα χιόνια θα μας χώσει.

5. Παπαντή καλοβρεγμένη, η κοφίνα γεμισμένη.









Kαλός φαίνεται!!!(click it)






ΠΗΓΗ: http://dim-galat.pel.sch.gr





14 Νοέμβρη 1973.(click it)

Οι φοιτητές της Αθήνας καταλαμβάνουν το Πολυτεχνείο.
Σύνθημά τους: ΨΩΜΙ- ΠΑΙΔΕΙΑ- ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ- ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ.(click it)

Ώρα 7 μ.μ.
Από 1500 φοιτητές πάρθηκε η απόφαση «...να μείνουμε απόψε στο Πολυτεχνείο».
Συγκροτείται Συντονιστική Επιτροπή απ΄ όλες τις σχολές, επιβάλλει έλεγχο σε ανεύθυνα συνθήματα, μεταδίδει τα δικά της από μεγάφωνα και ένα μικρό πομπό και συγκεντρώνει τρόφιμα, φάρμακα κλπ.
Γύρω στο Πολυτεχνείο και χιλιάδες αδούλωτοι Έλληνες, τους συμπαραστέκονται.



15 Νοέμβρη 1973.(click it)

Γέμισαν τα κτίρια του Πολυτεχνείου και το προαύλιο από φοιτητές. Απέξω δεκάδες χιλιάδες λαού και μαθητών που έρχονται κατευθείαν από τα σχολεία τους, φέρνουν στους ελεύθερους και μαχητικούς φοιτητές όλο και περισσότερα τρόφιμα, φάρμακα κλπ.

Εκλέγεται Συντονιστική Επιτροπή στην οποία συμμετέχουν και δυο εργάτες. Σε ανακοίνωση της λέει ότι η εκδήλωση του Πολυτεχνείου είναι αντιφασιστική και αντιμπεριαλιστική.
Λειτουργεί νέος πομπός, που τώρα ακούγεται σ’ όλη την Αττική. Υπερηφάνεια και συγκίνηση κατέχει όλους τους Έλληνες που ακούνε: «Εδώ Πολυτεχνείο! Εδώ Πολυτεχνείο! Σας μιλά ο Ραδιοφωνικός Σταθμός των ελεύθερων αγωνιζόμενων φοιτητών, των ελεύθερων αγωνιζόμενων Ελλήνων. Κάτω η χούντα, κάτω ο Παπαδόπουλος, έξω οι Αμερικάνοι, κάτω ο φασισμός, η χούντα θα πέσει από το λαό... Λαέ, κατέβα στο πεζοδρόμιο, έλα να μας συμπαρασταθείς, τη λευτεριά σου για να δεις...»

Σε Θεσσαλονίκη και Πάτρα οι φοιτητές καταλαμβάνουν τα Πανεπιστημιακά κτίρια. Οι αγρότες από τα Μέγαρα ξεκινούν για την Αθήνα. Στο Αιγάλεω γίνονται επαναστατικές εκδηλώσεις και ακολουθούν και άλλες συνοικίες της Αθήνας και του Πειραιά.
Όλη η Ελλάδα συμπαρίσταται στους αγωνιζόμενους φοιτητές.



16 Νοέμβρη 1973. (click it)

Πάνω από 150.000 άνθρωποι είναι γύρω από το Πολυτεχνείο και βροντοφωνάζουν με τους φοιτητές «Κάτω η χούντα, η χούντα θα πέσει απ’ το λαό».

Ώρα 7:30 μ.μ.
Ο δικτάτορας δίνει διαταγή να χτυπηθεί πρώτα η λαοθάλασσα, που είναι γύρω από το Πολυτεχνείο. Δακρυγόνα πέφτουν συνεχώς και κάνουν αφόρητη την ατμόσφαιρα. Ο λαός ανάβει φωτιές και τα εξουδετερώνει. Τώρα σφυρίζουν σφαίρες και οι πρώτοι νεκροί πέφτουν μέσα και έξω από το Πολυτεχνείο. Ο λαός στήνει οδοφράγματα, δεν υποχωρεί, παλεύει άοπλος, παραμένει στη θέση του.

Ώρα 12 τη νύχτα
Στρατός και τανκ μπαίνουν στην Αθήνα και καταλαμβάνουν επίκαιρες θέσεις.



17 Νοέμβρη 1973(click it)

Ώρα 2 πρωινή.
Τα τανκ πλησιάζουν στο Πολυτεχνείο.
«Φαντάροι, είμαστε άοπλοι, είμαστε αδέλφια, μη μας χτυπήσετε, ελάτε μαζί μας», φωνάζουν οι φοιτητές και ο Ραδιοφωνικός Σταθμός καταγγέλλει στον Ελληνικό λαό την ανίερη πράξη του δικτάτορα.

Ώρα 3 πρωινή.
Ένα τανκ γκρεμίζει τη σιδερένια πόρτα του Πολυτεχνείου κι ας είναι στα κιγκλιδώματα φοιτητές. Ρίχνονται ριπές. Στρατός και αστυνομικοί μπαίνουν στο προαύλιο. Οι φοιτητές προσπαθούν να φύγουν, αλλά δέχονται άγριες επιθέσεις. Πολλοί φαντάροι προστατεύουν και βοηθούν τους φοιτητές να φύγουν, αλλά τους κυνηγούν οι γενίτσαροι. Πολλοί συλλαμβάνονται και οδηγούνται στην Ε.Σ.Α όπου βασανίζονται φρικτά.
Οι οδομαχίες συνεχίζονται γύρω από το Πολυτεχνείο μέχρι το πρωί.

Ώρα 11 π.μ.
Επαναφέρεται στρατιωτικός νόμος.


Tι να ξεχάσω και πώς... (click it)



ΠΗΓΗ: www.thourio.gr


ΤΟ ΑΣΜΑ:


Από το δίσκο «Διαδρομή» (1973)
Μουσική: Γιώργος Χατζηνάσιος
Στίχοι: Γιώργος Κανελλόπουλος
Ερμηνεία:
Θέμης Ανδρεάδης & χορωδία.


OI ΕΥΧΕΣ:

Άλφα:

Αρκάς: «Χαμηλές πτήσεις»

Βήτα:

Pierre Auguste Renoir: «Vase avec des chrysanthèmes»





«παιδιά της Ελλάδος παιδιά...» - (ΠΡΑΞΗ Β')

***

Ήταν μια παγερή νύχτα του Γενάρη που έβρεχε ασταμάτητα. Όλη η Ελλάδα ήταν κολλημένη στα ραδιόφωνα και στις τηλεοράσεις.
Όταν άκουσα τις σειρήνες να ουρλιάζουν δαιμονισμένα μέσα στην άγρια νύχτα αισθάνθηκα κάποια ρίγη να διατρέχουν όλο μου το κορμί. Ένας φόβος κυρίεψε την ψυχή μου.
- Θεέ μου! Φτάσαμε λοιπόν ως εκεί;!
Δεν μπορούσα να το πιστέψω, να το χωνέψω.
Πόλεμος!
Από παντού άκουγες αυτήν την τρομερή ναι, -γιατί όχι;- την καταραμένη λέξη «πόλεμος».
Στο διάγγελμα του ο πρωθυπουργός το είπε καθαρά και ξάστερα.
- Προ των κρίσιμων αυτών περιστάσεων, το Έθνος σύσσωμον (άμα ακούω εγώ «σύσσωμον», άσε...) ως μία πυγμή, θα καταφέρει εις τον εχθρόν, μέγιστον θανάσιμο πλήγμα!
Δηλαδή, με δυο λέξεις, καλά ξεμπερδέματα.
Ευτυχώς που πρόλαβα και σήκωσα από την τράπεζα κάτι λεφτουδάκια που είχα για καμιά στραβή και πήρα και κάτι όσπρια να υπάρχουν στο σπίτι.
Για πρώτη φορά στη ζωή μου φοβάμαι... Τρέμω!
Και δε φοβάμαι τόσο για μένα. Όχι! Εμένα άσε με. Όσο για τον Γιωργή μου που είναι παλληκάρι δυο μέτρα. Εικοσιπέντε χρονών λεβέντης. Αν μου το πάρουνε τώρα το βλαστάρι μου στο στρατό, τι θα κάνω εγώ μετά;
Το μονάκριβο παιδί μας, ότι έχουμε στη ζωή μας, αυτό είναι όλο – όλο! Γιατί δηλαδή; Από πού ως πού ρε κύριε, για τα δικά σας τα βρώμικα παιχνίδια, θα σας δώσω εγώ το ίδιο μου το παιδί; Όλοι πουλημένοι είστε! Ρωτάς εμένα πως το μεγάλωσα στιγμή – στιγμή... Κι έρχεσαι τώρα εσύ να μου το πάρεις!
Ξαφνικά έσβησαν τα φώτα. Γενική συσκότιση. Πολεμικά αεροπλάνα ακούστηκαν να πετάνε χαμηλά και κάτι σποραδικές εκρήξεις.
Τώρα ακούγονται οι αερομαχίες, ξεκάθαρα! Οι λάμψεις από τις εκρήξεις, κάνουν τη νύχτα μέρα.
Μας έχει κοπεί το αίμα. Το πρωί ακούσαμε και τα πρώτα επίσημα πολεμικά ανακοινωθέντα.
Νάτα μας ! Άρχισαν τα όργανα.
Έλπιζα να μην ακούσω αυτό που φοβόμουν πιο πολύ. Αυτό που έτρεμα περισσότερο.
Τελικά, μάταια έλπιζα. Το άκουσα!
Γενική επιστράτευση!
Δηλαδή και ο Γιωργής μου;
Ναι, κι αυτός!
Να πάνε να βγάλουν αυτοί τα μάτια τους και ν’ αφήσουν τα παιδιά μας ήσυχα!
Όχι το δικό μου το παιδί!
Κάτι τέτοιες στιγμές, αυτές οι γυναίκες, έχουν κι ένα καλό. Κλαίνε φανερά, όποτε τους έρχεται και ξεθυμαίνουν κάπως. Εγώ πρέπει ν’ ανεβαίνω στη σοφίτα σαν κόκορας ή να κατεβαίνω στο υπόγειο σαν αρουραίος. Γιατί, βλέπεις οι άντρες δεν κλαίνε. Φανερά, τουλάχιστον!
- Δηλαδή θα πάρουν και το Γιωργή μας;!
- Ξέρω εγώ… Και τι θα πάθει ολόκληρη πατρίδα δηλαδή, αν δεν πάει το δικό μου το παιδί; Από το παιδί το δικό μου κρεμάστηκε όλη η Ελλάδα;
Ωστόσο η ανακοίνωση είναι σαφής.
Εντός σαρανταοκτώ ωρών πρέπει να παρουσιαστεί στη μονάδα του. Δυνάμεις καταδρομών. Έξω από το Λιτόχωρο. Κι από κει θα προωθηθεί... Δηλαδή με δυο λόγια, κλάφτα Χαράλαμπε.
Λοιπόν, εγώ τι κάθομαι!
- Γυναίκα το καλό μου κουστούμι.
Θέλω να λυγίσω να σωριαστώ, αλλά παίρνω δύναμη απ’ την ίδια μου την απελπισία.
- Γυναίκα το πουκάμισο το άλλο που μου κουμπώνει στο λαιμό… Αρχίζω να τρέχω. Προς πάσα κατεύθυνση. Όχι, δεν πρέπει να το αφήσω έτσι. Κάτι πρέπει να κάνω. Να παρακαλέσω. Είμαι αποφασισμένος να ικετεύσω, να πέσω στα πόδια τους, στην ανάγκη να λαδώσω όσο-όσο, να εκλιπαρήσω, να φιλήσω κατουρημένες ποδιές, χεσμένους κώλους, δε με νοιάζει, φτάνει ο Γιωργής ο δικός μου να γλιτώσει απ’ όλο αυτό το μακελειό, που πάει να στήσει ο ίδιος ο διάολος μαζί με τα τσιράκια του. Απαπά, δεν θα κάτσω έτσι! Εξάλλου ολόκληρη η Ελλάδα, βρε αδερφέ, από το δικό μου το παιδί περιμένει τη νίκη!; Βρε άντε από κει! Βρε άντε!
Τρέχω πρώτα στον ...άκογλου. Τον υφυπουργό. Είμαστε συμμαθητές στο Γυμνάσιο. Ίδιο θρανίο. Από μένα αντέγραφε και περνούσε τις τάξεις.
- Λοιπόν αδελφέ μου ...άκογλου;
- Λυπούμαι πολύ αλλά...
Άμα ένας υπουργός λυπάται πολύ, για δική σου υπόθεση, εσύ δηλαδή, τι πρέπει να κάνεις; Να πέσεις σε κατάθλιψη τρίτου βαθμού;!
Επέμεινα.
Δυστυχώς τίποτα. Η κυβέρνηση, λέει, θα είναι αυστηρότατη και αμείλικτη α’ αυτό το θέμα και δεν πρόκειται να χαριστεί σε κανέναν ούτε θα γίνει απολύτως καμία προνομιακή μεταχείριση.
Α-πο-κλεί-ε-ται!
- Και ο γιός σου ο δικός σου, που είναι ρε ...άκογλου;
- Δυστυχώς, πολύ φοβούμαι ότι θα χάσει αυτή τη μεγάλη ευκαιρία να πολεμήσει για την πατρίδα.
- Τι μου λες! Θα πάθει τέτοια νίλα το παιδί; Κρίμα!
- Νοσηλεύεται με οξεία κρίση αιμορροΐδων στο Χόσπιταλ Πρωκτ εντ Κολοβακτίριους της Φλόριντας των Ηνωμένων Πολιτειών, εδώ και εννέα μέρες.
- Δηλαδή αυτό που λένε του κώλου τα εννιάμερα, υπουργέ μου!
Τρέχω αμέσως στο στρατηγό ...τσάκο.
Είμαστε και μακρινοί συγγενείς. Δηλαδή, πιο πολύ μακρινοί παρά συγγενείς.
- Στρατηγέ μου, σε εκλιπαρώ...
Μου κάνει ένα υψηλό κήρυγμα υπέρ της πατρίδος, σε αυστηρό τόνο.
- Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια!
- Τελικά στρατηγέ μου;
- Ο Μέγας Αλέξανδρος, αγαπητέ...
- Άσε το Μεγαλέξαντρο, στρατηγέ. Αυτουνού τάθελε ο πισινός του και είδες τι έπαθε στο άνθος της ηλικίας του! Για το Γιωργή το δικό μου πες μου...
- Λυπούμαι, αλλά.. Η πατρίς προστάζει...
Άσε κατάλαβα...
Τελικά, απορώ πως τον έκαναν στρατηγό τέτοιον κολοκύθα.
- Αλήθεια, στρατηγέ, ο δικός σου ο γαμπρός, ο άντρας της κόρης σου, που υπηρετεί αυτή την ώρα;
- Αποσπάσθηκε λίαν προσφάτως στις Βρυξέλλες στην έδρα του ΝΑΤΟ.
- Και δε μου λες, στρατηγέ...
Ορίστε;
- Κάνα πλάτανο έχει στις Βρυξέλλες;
- Γιατί;
- Έτσι. Να του πεις, να μας χαιρετάει που και που τον πλάτανο!
Πάω, φεύγω, τρέχω με την ψυχή στο στόμα. Δεν είναι να χάνω καθόλου χρόνο.
Φθάνω κάθιδρος σ’ εκείνο το ρεμάλι τον ...όπουλο. Αυτός μ’ όλα ανακατεύεται και μ’ όλους. Επιχειρηματίας, με διασυνδέσεις απ’ τον υπόκοσμο μέχρι το Πατριαρχείο και την Αγία Έδρα.
- Ζαχαρία σώσε με!
- Ότι θέλει ο φίλος μου! Ο αδελφός μου!
- Θέλω για το Γιωργή να κάνουμε κάτι... Με καταλαβαίνεις.
- Κοπάνα εντελώς, αποκλείεται. Στο λέω. Αλλά για καμιά θεσούλα στην ορχήστρα της λέσχης αξιωματικών της Αθήνας, κάτι γίνεται. Τι όργανο ξέρει;
- Ξέρω εγώ; Τριγωνάκι. Μικρός έλεγε τα κάλαντα.
- Υπέροχα. Σπάνιας μουσικής παιδείας! Μόνο που...
- Μόνο που, τι;
- Θα χρειαστούν αρκετά. Καταλαβαίνεις...
- Εννοείς λεφτά;
- Εμ τι; Τριγωνάκια; Λεφτά! Γιατί κι εγώ θα πρέπει να λαδώσω κάποιους υψηλά ιστάμενους... Για μένα άσε... Εγώ απ’ τον παλιόφιλο δεν θέλω δεκάρα... Αλλά...
- Πόσα ρε Ζαχαρία;
- Ε, αρκετά! Πολλά! Γιατί τέτοιες ώρες καταλαβαίνεις τι γίνεται από μέσον...
- Δηλαδή πόσα ρε Ζαχαρία;
- Είπαμε πολλά.
- Πόσα πολλά; Πέστο, με γκάστρωσες, ρε Ζαχαρία.
- Μπορεί και τριάντα… Μπορεί και πενήντα... Και μήπως λέω και λίγα. Ο άλλος έσκασε εκατό αλλά χώθηκε ο κανακάρης του μια χαρούλα, στο μεταφραστικό του υπουργείου Εθνικής Άμυνας. Σουαχίλι, θα μου πεις. Δεν έχει σημασία. Γλώσσα είναι κι αυτή.
- Μα τώρα θα σκεφτώ πενήντα ψωροχιλιάδες. Εγώ για το παιδί μου... Σου δίνω εκατό! Διακόσια. Όσα μου ζητήσεις.
- Δεν κατάλαβες, για εκατομμύρια μιλάμε! Και μάλιστα, σε χρυσό, σε τίποτα πολύτιμες πέτρες, καταλαβαίνεις τώρα εσύ... Σε κάτι σίγουρο. Γιατί τέτοιες ώρες...!
Γύρισα στο σπίτι σωστό ράκος.
Εκεί με περίμενε άλλη έκπληξη.
Ο Γιωργής καταχαρούμενος.
- Πατέρα, τάμαθες τα ευχάριστα;
Επιτέλους, θ’ ακούσω και κάτι ευχάριστο.
- Τι;
- Φεύγω!
- Το σκας, γιέ μου, για έξω; Μπράβο! Ωραία ιδέα! Το καλύτερο που έχεις να κάνεις. Κοπάνα τη! Κι άστους εδώ να κουρεύονται!
- Τι λες βρε πατέρα! Φεύγω για το μέτωπο!
- Και το ευχάριστο ποιο είναι;
- Αυτό!
Ως εδώ ήταν. Δεν κρατήθηκα άλλο και ξέσπασα.
Γιωργή! Σπάσε ένα χέρι! Ένα πόδι. Κάνε την αδελφή! Γίνε Ιεχωβάς. Πάμε στο «Παίδων» να κολλήσεις μια ιλαρά, ένα κοκίτη, ανεμοβλογιά... Κάνε τον τρελό. Αυτό πιάνει.
- Μα, τι λες, βρε πατέρα;
- Φάε κοτόπουλο σε κεντρικό ξενοδοχείο να πάθεις σαλμονέλα.
- Τι έπαθες βρε πατέρα; Είσαι καλά; Εγώ ήρθα να πάρω την ευχή σου και να φύγω. Θυμάσαι, τότε που ήμουνα πιτσιρίκος, τι μούλεγες; «Άντε και καλό βόλι ωρέ!». Ό,τι θάλεγε κι ο γέρος του Μωριά.
- Αχ έτσι έλεγα ε! Ε, τότε καλά να τα πάθω! Αλλά άλλο να το λες και άλλο να το ζεις βρε παιδάκι μου. Ο πόλεμος είναι ένδοξος για τους μετά. Τους πολύ μετά. Γι’ αυτούς που τον ζουν είναι ένα σκέτο μακελειό και τίποτα άλλο. Και στο κάτω-κάτω της γραφής... Άλλο οι πόλεμοι τα χρόνια τα παλιά κι άλλο σήμερα. Τότε οι πόλεμοι είχαν ένα νόημα. Ενώ τώρα είναι σκηνοθετημένα παιχνίδια από βρώμικα και ηλίθια, διεστραμμένα μυαλά! Όλα στο βωμό του συμφέροντος.
- Τι μου λες τώρα, βρε πατέρα. Δεν σε καταλαβαίνω, ειλικρινά. Εσύ άλλα μου έμαθες.
- Άλλα, ε...
- Άλλα βέβαια! Και πρώτα απ’ όλα, αν θες να ξέρεις, όχι μόνο τώρα αλλά ανέκαθεν, όλοι οι πόλεμοι ήταν έργα των τρελών, των ανώμαλων και αισχρών της ιστορίας. Αλλά το θέμα δεν είναι αυτό. Το θέμα είναι, τώρα τι κάνουμε, που μας έχει ανάγκη η πατρίδα μας. Γι’ αυτό κι εγώ...
- Τι γι’ αυτό κι εσύ;
- Πρέπει να είσαι πολύ περήφανος για μένα.
- Είμαι! Αλλά γιατί πράμα απ’ όλα;
- Μόλις έμαθα ότι το τάγμα που παρουσιάζομαι, είναι πρώτης εφεδρείας, στα μετόπισθεν, εγώ ζήτησα και με αποσπάσανε στην πρώτη γραμμή!
Αυτό ήτανε. Πήρα δυο υπογλώσσια για την καρδιά και την πίεση. Και τρία δισκία για το ζάχαρο.
Όχι δεν θα το αφήσω έτσι.
- Εσύ κάτσε εδώ. Θα παρουσιαστώ εγώ για σένα!
Δεν θα αφήσω εγώ το μονάκριβο παλληκάρι μου να πάει σαν πρόβατο στη σφαγή γι αυτούς τους μπιπ-μπιπ-μπιπ-μπιπ-μπιπ. Που όλοι τους μπιπ και ξαναμπίπ μέχρι να μπιπ ο μπιπ τους, απ’ το πολύ μπιπ...
Πήρα άλλα δύο υπογλώσσια και συνάμα πήρα τους δρόμους. Έτρεξα. Παρακάλεσα. Ικέτεψα. Χτύπησα και τις πιο απίθανες πόρτες.
Αλλά παντού η ίδια απάντηση.
Λυπούμαι αλλά...
Πήγα στο γραφείο του βουλευτή ...ίδη.
- Απουσιάζει.
- Πότε θα επιστρέψει;
- Άγνωστον.
- Πού έχει πάει;
- Άγνωστον.
Έτρεξα στο σπίτι του. Κανείς! Εκτός από μια γριά υπηρέτρια.
- Τώώώρα ο κ. ...ίδης. Νάταν κι άλλος.
- Τι; Πέθανε;
- Όχι καλέ. Έφυγε μαζί με την οικογένεια του, με το τελευταίο αεροπλάνο, πριν κλείσουν τα αεροδρόμια. Για Ιταλία κι από κει Ελβετία, στο σπίτι του στη Γενεύη.
Κατάλαβα. Πάει για αντιστασιακός ο ...ίδης.
Καταδέχτηκα να πάω μέχρι και σε κείνο το υποκείμενο τον ...άτσα.
Τον βρήκα μέσα στο υπόγειο του να κρύβει τσουβάλια και κιβώτια με τρόφιμα.
Να κι οι μαυραγορίτες! Πάντα και παντού παρόντες! Κι όχι μόνο θα επιβιώσουν αλλά μετά τον πόλεμο θα είναι οι νέοι άρχοντες, να μου το θυμάσαι! Τόχουμε ξαναδεί το έργο…
- Λυπούμαι πολύ, αλλά...
Πιο πολύ λυπάμαι εγώ που έριξα τα μούτρα μου να πάω μέχρι και σ’ αυτό το σκουλήκι.
Έφυγα όσο μπορούσα μακριά.
Όταν μούρθε πια να σωριαστώ, κάθισα στο πρώτο παγκάκι που βρέθηκε μπροστά μου σε μια πλατεία.
Κάποια στιγμή...
- Θε μου, δεν μπορεί, ή ονειρεύομαι ή παρανόησα!
Τότε ήταν που είδα το ανέλπιστο, το απρόσμενο, το φανταστικό. Τι;
Το πιο τρελό παιχνίδι που μπορεί να σκαρώσει η μοίρα.
Ένας ταλαίπωρος νεαρός, απ’ αυτούς τους άστεγους, καθόταν στο αντικρινό παγκάκι και προσπαθούσε να τυλιχτεί σε κάτι κουρέλια για να φυλαχτεί από το τσουχτερό κρύο. Ένας νεαρός, εκεί, γύρω στα είκοσι πέντε, που όμως μέσα στην κακομοιριά του ήταν ένα όμορφο παλληκάρι, που δεν το πίστευα στα μάτια μου, ναι, ίδιος, ίδιος, ολόφτυστος ο Γιωργής μου. Μα τέτοια ομοιότης!
Ένας άστεγος, ένας κλοσάρ, αλήτης του δρόμου, στη θέση του γιού μου.
- Είναι ό,τι πρέπει! Γιατί όχι; Τι είχε να χάσει, εξάλλου;
Τον πλησίασα. Με απέφυγε σαν φοβισμένο αγρίμι.
Του έδωσα το καμηλό παλτό μου να μην κρυώνει. Σιγά-σιγά τον κέρδισα.
Του είπα. Του έταξα. Όχι αστεία.
- Ολόκληρο το μισθό ενός στρατηγού, κάθε μήνα, προκαταβολικά, αν δεχθείς να πας φαντάρος. Στη θέση κάποιου δικού μου...
Του γιού σου!
Ναι.
Κι άμα τελειώσει αυτή η περιπέτεια, ο μισθός ισχύει. Για πάντα. Για όλη σου τη ζωή. Κάθε πρώτη του μηνός ο μισθός ενός στρατηγού. Ντάγκατις. Τον βεβαίωνα και του ξαναορκιζόμουν.
- Αρκεί να...
- Εντάξει. Μη σε νοιάζει. Θα πάω εγώ στη θέση του. Έτσι κι αλλιώς...
- Σ’ ευχαριστώ. Σ’ έστειλε ο Θεός παιδί μου.
- Πείτε μου μόνο... Μοιάζουμε, αλήθεια, τόσο πολύ;
- Ίδιοι! Είστε ολόιδιοι. Θα το δεις και μόνος σου τώρα που θα πάμε σπίτι...
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ακούστηκαν δίπλα μας κάτι πυροβολισμοί, σωστό σφυροκόπημα, τατατατατατα και πέσαμε κι οι δυο κάτω να καλυφθούμε...
Τι πιστολίδι και κακό ήταν αυτό! Κατά βολή και κατά ριπάς. Τατατατατα μπαμ, μπαμ, μπαμ! Προσπάθησα να συνειδητοποιήσω τι συμβαίνει. Και...

***


Κάντε click για τη Γ' ΠΡΑΞΗ & τον επίλογο...
«παιδιά της Ελλάδος παιδιά...» - (ΠΡΑΞΗ Γ')

***

...Είχε εισβάλει στο σαλόνι ο μικρός μου Γιωργής με το κοκάλινο πιστολάκι του.
- Μπαμ μπαμ μπαμ, έλα μπαμπά σήκω. Πάλι σε πήρε ο ύπνος στην πολυθρόνα υπναρά. Σήκω, είναι η ώρα για να πάμε στην παρέλαση!
Θεέ μου! Όλα αυτά ήταν ένα όνειρο! Ένας κακός εφιάλτης! Ούτε πόλεμος υπήρχε, ούτε γενική επιστράτευση, ούτε τίποτα. Κι ο Γιωργής δεν ήταν λοκατζής στις δυνάμεις καταδρομών, αλλά ένας μπόμπιρας έξι χρόνων, πρωτάκι!
Όλα ήταν ένα παιχνίδι λοιπόν, μια άσχημη φάρσα που σκάρωσε το μυαλό καθώς με πήρε ο ύπνος στη μπερζέρα.
Τρόμαξα να συνέλθω! Έκανα ταχυπαλμία.
- Γυναίκα τα υπογλώσσια.
- Ποια υπογλώσσια χριστιανέ μου; Τρελάθηκες;
Περίπου. Ονειρεύτηκα ότι τρελάθηκα.
- Μπαμπά έλα, θ’ αργήσουμε! Πάμε να προλάβουμε να είμαστε μπροστά.
- Ναι, μικρέ μου Γιωργή. Πάμε. Φύγαμε!
Στο δρόμο συνήλθα. Του αγόρασα και σημαιούλα.
Παρέλαση. Ταρατατζούμ! Παραπαμ-πάμ!
«Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει.»
Μια φορά τόπαθε και δεν το ξαναπαθαίνει. Στα πεζοδρόμια κοσμοπλημμύρα!
Και να τα τανκς! Και να τα κανόνια! Και να τα πολυβόλα! Κι οι πύραυλοι! Κι οι βατραχάνθρωποι!
Μέσα σε όλο το πλήθος, που έβλεπε την παρέλαση, ένας μικρός μπομπιράκος προσπαθούσε να στριμωχτεί, να περάσει μπροστά. Στην πρώτη γραμμή. Ένας αλητάκος, χαμίνι του δρόμου, που –δεν πιστεύω στα μάτια μου– έμοιαζε, φτυστός ο Γιωργής μου, μόνο που αυτός ήταν εγκαταλειμμένος, κουρελής.
Εκείνη τη στιγμή περνούσαν οι δυνάμεις καταδρομών._





ΕΠΙΛΟΓΟΣ:

Και τούτο το διήγημα, εδώ είναι γραμμένο...
απ’ όπου και, αυτολεξεί, το έχω αντιγραμμένο!


Το άσμα με το κείμενο, άσχετο δεν το λες!


Για όσους εορτάζουν είναι, με τις ευχές...


Άλφα: Να είναι ο βίος τους ένα


ταξίδι ατέρμον!


Βήτα: Να ζουν ολοχρονίς

«καιρό των χρυσανθέμων»!



Με ένα τελευταίο click πάτε ξανά στο κέρας
γιατί να «μειδιάσετε» αδημονεί το τέρας…!